- Home
- Συνεντεύξεις
- Run this Town
RUN THIS TOWN
- 1955 - 1973
- Νέα Λιόσια, Άγιος Φανούριος, οδός Πριάμου
- Αθανάσιος Αλατάς, οικογένεια Αλατά
- 1955 - 1973
- Νέα Λιόσια, Άγιος Φανούριος, οδός Πριάμου
- Αθανάσιος Αλατάς, οικογένεια Αλατά
Ο Θανάσης Αλατάς θυμάται τα παιδικά του χρόνια στα Νέα Λιόσια, όταν η οδός Πριάμου ήταν ακόμη χωματόδρομος, τα σπίτια χτίζονταν σιγά σιγά και η γειτονιά του Αγίου Φανουρίου λειτουργούσε σαν μια μικρή αυτόνομη κοινωνία.
Τα γεγονότα για τα οποία μας μιλά ξεκινούν το 1955, όταν η οικογένειά του εγκαταστάθηκε σε ένα μικρό οικόπεδο στην παλαιά οδό Λιοσίων 14, μετέπειτα Πριάμου, στα Νέα Λιόσια. Ο πατέρας του, οικοδόμος, έχτισε με τα χέρια του το πρώτο μικρό σπίτι, σε μια περιοχή αραιοκατοικημένη, με χωράφια, σπαρτά, αθάνατα και χωματόδρομους που γίνονταν φυσικοί χώροι παιχνιδιού.
Μέσα από τις αναμνήσεις του ζωντανεύουν το 3ο Δημοτικό Σχολείο, τα παιδικά παιχνίδια στις γειτονιές, τα καλοκαίρια στο χωριό, ο κινηματογράφος «Λιζέττα», οι διαδρομές με το λεωφορείο του 8 και οι Κυριακάτικες εκδρομές για μπάνιο. Πάνω απ’ όλα, όμως, αναδεικνύεται η γειτονιά του Αγίου Φανουρίου: η εκκλησία, η πλατεία, οι ταβέρνες, τα καφενεία, οι μικροπωλητές, τα πανηγύρια, οι παρέες και οι φιλίες που, όπως λέει, δεν έσβησαν ποτέ.
728 × 90
Το 1955, τα ξαδέλφια του πατέρα μου, ο Κώστας και ο Δημήτρης Ασφής, μας πούλησαν το μικρό οικόπεδό τους στην παλαιά οδό Λιοσίων 14, μετέπειτα Πριάμου, στα Νέα Λιόσια.
Με τα χέρια του ο πατέρας, γιατί ήταν οικοδόμος, έκτισε ένα μικρό δωματιάκι, μια μικρή κουζίνα και έναν εξωτερικό καμπινέ στη μικρή αυλίτσα μας, η οποία ήταν πολλές φορές γεμάτη οικοδομικά υλικά.
Μια περιοχή τότε πολύ αραιοκατοικημένη, με απέραντα χωράφια, σπαρτά και αθάνατα γύρω από το σπίτι μας, και με τα άλλα σπίτια σε απόσταση, μερικά και εκατό μέτρα μακριά. Όλοι οι γύρω χωματόδρομοι και τα σοκάκια ήταν ελεύθεροι χώροι παιχνιδιών.
Αυτές, λοιπόν, είναι οι πρώτες εικόνες που έχω όσο ήμουν μικρός και μέχρι να πάω σχολείο.
Κάθε καλοκαίρι και μέχρι να ξαναρχίσουν τα σχολεία φεύγαμε για το χωριό στη Φθιώτιδα, για να έχουμε μεγαλύτερη άνεση από τη δύσκολη οικονομική κατάσταση της Αθήνας. Ο πατέρας έμενε εδώ, δούλευε. Η μάνα, η αδελφή μου και εγώ φεύγαμε για το χωριό, τον Πύργο Υπάτης τότε, σήμερα Δήμο Λαμίας.
Εκεί περνάγαμε ωραία καλοκαίρια, με τη γιαγιά και τα παιδιά του χωριού. Επιστρέφαμε πίσω γεροδεμένοι και μιλώντας βλάχικα, διότι ήταν τόσο μεγάλης διάρκειας η διαμονή μας εκεί.
Αυτό που μου έκανε εντύπωση πάντα ήταν ότι κάθε φορά που γυρνάγαμε πίσω τον Σεπτέμβριο, βλέπαμε ότι ψήλωνε συνέχεια η γειτονιά μας. Δηλαδή το καλοκαίρι βρίσκανε ευκαιρία όλοι και χτίζανε παράνομα σπίτια και όταν επέστρεφες δεν έβρισκες ποτέ το ίδιο σημείο ίδιο, αλλά συνεχώς αναβαθμισμένο.
Καθώς αυτό γινόταν για πολλά χρόνια, θυμάμαι ότι σκεφτόμουν στο χωριό: «Πώς θα είναι τώρα κάτω η Αθήνα;».
«Η γειτονιά του Αγίου Φανουρίου, την οποία υπεραγαπώ, έφερνε πάντα μια αίσθηση αυτόνομης κοινωνίας.»
– Αθανάσιος Δ Αλατάς
Όταν αρχίσαμε να μαθαίνουμε γράμματα, γράφτηκα εδώ κοντά, στο 3ο Δημοτικό Σχολείο των Νέων Λιοσίων. Με ό,τι αυτό σήμαινε εκείνη την εποχή: με αυστηρούς καθηγητές, με πολλή καλή μάθηση, με τα ήπια αλλά και τα τραχιά παιχνίδια στις γειτονιές, με τα τραύματα, γιατί υπήρχαν οι σφεντόνες, υπήρχαν οι πέτρες. Αυτή ήταν η εκτόνωση των παιδιών τότε έξω.
Αλλά και τα πολύ καλά παιδικά παιχνίδια, που ήταν οι γκαζιές, οι ομάδες, η καπιτόλα, τα χαρτάκια ή μπαίναμε και στα γυναικεία καμιά φορά παιχνίδια: το αγιούτο, το περνά-περνά η μέλισσα με τα μελισσόπουλα, η πεταλούδα. Και μερικά πιο άγρια εκείνης της εποχής, όπως κλέφτες και αστυνόμους, δηλαδή μια ομάδα κυνηγούσε, υποτίθεται, τους άλλους, αλλά σε μια λογική όχι σοβαρής αντιπαλότητας, αλλά παιδικής εκτόνωσης.
Τα ατυχήματα που παθαίναν τότε τα παιδιά ήταν από τις σφεντόνες, επειδή χτυπάγανε καμιά φορά στο κεφάλι ή επειδή τρέχαμε από εδώ και από εκεί. Αλλά τα αντιμετωπίζανε οι γονείς μας, άλλες φορές με αυστηρότητα και άλλες φορές με μια άγνωστη υπομονή.
Στο σχολείο, στο 3ο Δημοτικό, μεγαλώσαμε και μάθαμε αρκετά πράγματα. Θεωρώ ότι η μετέπειτα σοβαρή ενασχόλησή μου με τα Ομηρικά Έπη και το ενδιαφέρον μου για την ιστορία οφείλονται και στα τοπωνύμια της περιοχής, γιατί όλος ο Δήμος Ιλίου αναφέρεται στα ονόματα των Επών του Ομήρου, της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, αλλά και σε λοιπούς άλλους μύθους.
Στην Πριάμου, που μέναμε —και που εγώ την πρόλαβα χωματόδρομο— υπήρχε απέναντί μας ένας καλοκαιρινός κινηματογράφος, η Λιζέττα, η οποία επέδρασε ποικίλα στην εξωσχολική διαμόρφωση και παιδεία μου.
Από τον Μάιο κάθε χρονιάς, που ξεκινούσαν οι δοκιμαστικές προβολές, και όλο το καλοκαίρι, μέχρι τον Σεπτέμβριο, δεν υπήρχε έργο που να μην το δω από την ταράτσα του σπιτιού μας. Μάλιστα κάποια έργα είχα φτάσει στο σημείο να τα έχω παρακολουθήσει και τέσσερις φορές το καθένα, γιατί παιζόταν Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη. Την Παρασκευή υπήρχε μια λαϊκή παράσταση και το Σαββατοκύριακο.
Και παρακολουθούσα κάθε είδος κατηγορίας: ακατάλληλα, καουμπόικα, περιπέτειες κ.ά. Υπήρχε μια ησυχία στον κεντρικό δρόμο τα βράδια, που φανταζόσουν ότι χαλάρωνες στις πίσω θέσεις του κινηματογράφου, ενώ στην πραγματικότητα καθόσουν σε καφάσια και τσιμεντόλιθους.
Επιπλέον, αφομοίωνα μια ποικίλη μουσική από τα έργα, που θα ήταν πολύ δύσκολο σαν παιδί να έρθω τόσο σε επαφή μαζί της από αλλού. Δηλαδή κάθε βράδυ, για τέσσερις-πέντε μήνες, ο ήχος των έργων από τα μεγάφωνα του σινεμά, τα τραγούδια στα διαλείμματα, ήταν απόλαυση δημιουργική. Και θεωρώ ότι ήταν μια πολύ καλή εμπειρία για τη μετέπειτα καλλιτεχνική πορεία μου.
Ο πατέρας μου λοιπόν έκτισε ένα δωματιάκι, ήταν 3×3, με τσιμεντόλιθους, υπερυψωμένο, μια κουζίνα με σκεπή από ξύλα και πισσόχαρτα και μια μικρή τουαλέτα απ’ έξω με βόθρο, διότι ήξερε τις κατασκευές τους.
Αργότερα, επί Χούντας, όποιος μπορούσε έκτιζε παράνομα, με πολύ κόπο, γιατί υπήρχαν και οι καταγγελίες. Και άμα θες να πειράξεις τον γείτονά σου, τον πειράζεις εκεί. Σε μια νύχτα έπεφταν τα μπετά και έτρεχαν τον πατέρα από καταγγελίες ήδη σπιτωμένων γειτόνων και τον τραβάγανε στα κρατητήρια κάθε δύο-τρεις μέρες.
Μια μέρα πήδηξε από τον πρώτο όροφο για να γλιτώσει και έπεσε κάτω σε κάτι χώματα, αλλά και πάλι τον συλλάβανε. Τουλάχιστον δεν μας το γκρεμίσανε.
Οι γονείς μας, της περασμένης γενιάς, έχουν προσφέρει πάρα πάρα πολλά, γιατί θέλανε να αφήσουν κάτι στα παιδιά τους, αλλά και χαιρόντουσαν να προσφέρουν. Κάτι που δεν γίνεται σήμερα συχνά, διότι δεν υπάρχει πλέον η δυνατότητα να χτίσεις σπίτι από την αρχή και αν το καταφέρεις στα «παίρνει» η τράπεζα.
Η διαφορά, λοιπόν, ενός γονέα τότε ήταν ότι δεν ήταν χρεωμένος. Ο πατέρας μου πάλεψε με πολλές δουλειές για να καταφέρουμε εμείς να έχουμε μια σκεπή σήμερα.
Μας έπαιρνε κάθε Κυριακή από εδώ, με το λεωφορείο του 8, τρία τέταρτα μέχρι να φτάσουμε πλατεία Κάνιγγος, να ανέβουμε με τα πόδια, να πάρουμε τη συγκοινωνία Βούλας, Καλαμάκι και λοιπά, για να πάμε να κάνουμε μπάνιο. Δηλαδή διαδρομή δύο ώρες. Θυμάμαι κρεμιόμουνα εγώ ως νεαρός σαν τσαμπί μαζί με άλλους, όρθιοι. Ήμασταν πράγματι όλοι όρθιοι. Ούτε οι πολύ ηλικιωμένες καθόντουσαν.
Δηλαδή πηγαίναμε εκδρομή στο Φάληρο, στην Εδέμ ή στο Καλαμάκι. Η μάνα είχε φτιάξει τα ταπεράκια να φάμε και το μπόνους της Κυριακής ήτανε αν παίρναμε κάνα χωνάκι παγωτό ή το δροσιστικό τότε αναψυκτικό, μπιράλ.
Και να γυρίζεις πίσω ικανοποιημένος, ας πούμε, απ’ όλα. Αυτή η ικανοποίηση της κοινωνικότητας, της οικογένειας που ήρθε από την επαρχία για να ζήσει εδώ, δεν υπάρχει σήμερα.
Αυτός ο ιστός έχει χαθεί με ευθύνη όλων μας. Γι’ αυτό και σήμερα υπάρχουν σοβαρά προβλήματα στην κοινωνία μας και στα παιδιά μας. Δηλαδή οι γονείς είναι σχεδόν όλοι αποπροσανατολισμένοι, με χρέη, τρέχουν και οι δύο να πιάσουν δουλειά, να σωθούν αυτοί, και έχουν παραμελήσει το σημαντικότερο: τις ευθύνες της οικογενείας τους.
Λοιπόν, τα Νέα Λιόσια μας φερθήκαν καλά και στους σεισμούς. Έγιναν αυτοί οι δύο μεγάλοι σεισμοί, δεν πάθαμε μεγάλες ζημιές, οπότε είναι ένας ευλογημένος για μένα τόπος, με τη λογική ότι εγώ τον αγάπησα πολύ.
Εδώ ακόμη και κάποια στιγμή, μετά τα διεθνή μουσικά βραβεία, που μου πρότειναν να φύγω, να πάω έξω και λοιπά, τους απάντησα ότι εμένα εδώ μ’ αρέσει. Και έμεινα εδώ, τριγύρω από το πατρικό μου.
Η γειτονιά του Αγίου Φανουρίου, την οποία υπεραγαπώ, έφερνε πάντα μια αίσθηση αυτόνομης κοινωνίας. Δηλαδή έχουμε εκκλησία, αστυνομία, έχουμε ταβέρνες, είχαμε κινηματογράφο, τέρμα λεωφορείων, έχουμε υπέροχη πλατεία, καφενεία, φούρνους, ζαχαροπλαστεία και πολιτικά γραφεία και πολλούς μουσικούς και καλλιτέχνες. Τα έχουμε όλα.
Το παλιό εκκλησάκι του Αγίου Φανουρίου είχε μια πολύ ωραία αυλή, έναν χώρο για τις μεγάλες γιορτές. Κάθε Αύγουστο, στη γιορτή του, γινόταν χαμός τριγύρω από λούνα παρκ, μουσικές, ορχήστρες, μικροπωλητές. Μεταφέραμε δηλαδή τα πανηγύρια του χωριού, βελτιωμένα στην Αθήνα.
Ειδικά τις Παρασκευές στους Χαιρετισμούς, όλα τα παιδιά από τις γειτονιές δίναμε ραντεβού στον εξωτερικό χώρο της εκκλησίας. Και ενώ μέσα υπήρχε η κατάνυξη των πιστών, έξω γινόταν ο χαλασμός Κυρίου. Είπαμε, οι γονείς μας είχαν μια περίεργη σχέση με την υπομονή. Μια νέα κοινωνία που προσπαθούσε να στηθεί με την αξία της και την πολύτιμη αξιοπρέπειά της στον Άγιο Φανούριο.
Θυμάμαι ότι ο πατέρας, ειδικά τις Κυριακές το πρωί, που ξύπναγε ξεκούραστος και φρέσκος, δεν πήγαινε εκκλησία. Άνοιγε το pick-up, έβαζε τους δίσκους του και χόρευε. Χόρευε απίθανα.
Μετά έπαιρνε τη φωτογραφική μηχανή του και ως ερασιτέχνης, παθιασμένος φωτορεπόρτερ, έδινε το παρόν του στην πλατεία απέναντι από την εκκλησία. Γιατί μόλις σχόλαγε η εκκλησία, ενώ οι γυναίκες πήγαιναν σπίτια για την ετοιμασία του φαγητού, οι άντρες πήγαιναν στην πλατεία και παρακολουθούσαν ποδόσφαιρο από ερασιτεχνικές ομάδες δημοτών: τη «Θύελλα», τον «Ιάσωνα» και τον «Σπύρο Λούη».
Σε αυτή την αλάνα που χρησίμευε ως γήπεδο, με τα πρόχειρα δοκάρια, υπήρχε και μια ελιά στη μέση, την οποία δεν κόβανε ποτέ. Απαγορευόταν να την κόψουν. Οι ντόπιοι παίκτες όμως, που ξέραν την ελιά, έκαναν τα κόλπα τους, ξέφευγαν, είχαν πολλαπλάσιο το πλεονέκτημα του γηπέδου, το οποίο δεν μπορούσαν να εκμεταλλευτούν οι φιλοξενούμενοι.
Να ολοκληρώσω τονίζοντας ότι οι παλιές, παιδικές φιλίες δεν έσβησαν ποτέ και συχνά μας κινητοποιούν καλλιτεχνικά και κοινωνικά. Μάλιστα κάθε Τετάρτη μαζευόμαστε στο μοναδικό καφενείο της πλατείας οι παλιοί, αναπολούμε το παρελθόν και ανακατεύουμε τις σύγχρονες σκέψεις μας.
Χορηγός Ενότητας
300 × 250
Πληροφορίες Συνέντευξης
Θεματική Ενότητα
Καθημερινή ζωή, γειτονιά & παιδικές μνήμες
Χρονολόγιο
1955 - 1973
Πρόσωπα
Αθανάσιος Αλατάς, οικογένεια Αλατά
Τοποθεσία
Νέα Λιόσια, Άγιος Φανούριος, οδός Πριάμου
Καταγραφή
Προφορική Ιστορία
Πηγή
Πρωτογενές υλικό
Ανακάλυψε περισσότερες ιστορίες του Ιλίου
Πρόσωπα, μνήμες και μικρές ιστορίες που έφτιαξαν τη μεγάλη μας διαδρομή.