You are here:
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Η Χριστίνα
και ο Μήτσος

Χριστίνα Τζάκα – Ασφή

Η Χριστίνα Τζιάκα – Ασφή θυμάται τη διαδρομή της από το Κουρουνιό και τα πρώτα δύσκολα χρόνια, όταν η ανάγκη της οικογένειας την έφερε νωρίς στη δουλειά, μέχρι την άφιξή της στην Αθήνα και την ενασχόλησή της με τη ραπτική.

Η γνωριμία με τον Μήτσο Ασφή, η εγκατάσταση στον Άγιο Φανούριο, τα πρώτα καμαράκια, η ραπτομηχανή και η δουλειά που στήθηκε σιγά σιγά μέσα από κόπο, συνθέτουν μια προσωπική ιστορία που ακουμπά και την ιστορία της περιοχής.

Χωρίς παράπονο και χωρίς εξωραϊσμό, η μαρτυρία της κρατά τον τόνο μιας γυναίκας που εργάστηκε πολύ, μεγάλωσε οικογένεια και είδε τον τόπο γύρω της να αλλάζει μαζί με τη ζωή της.

Διαφημιστική Καταχώριση
728 × 90
Η αφηγηση

Το οικογενειακό μου όνομα είναι Χριστίνα Τζιάκα. Ηλίας Τζιάκας ο πατέρας μου και η μητέρα μου Παναγιώτα Δρίβα. Ήμασταν τρεις αδελφές, η Γιαννούλα, η Δήμητρα, εγώ η Χριστίνα και ο Κώστας. Άλλη μια αδερφή έφυγε μικρή, όπως και ο Γιάννης, ο μεγαλύτερος αδελφός.

Ήρθα εδώ 22 και τώρα είμαι 87. Δεν έχω κανένα παράπονο. Η ζωή τα έχει αυτά όλα. Εγώ καλά τα πήγα.

– Χριστίνα Τζιάκα – Ασφή

Ο πατέρας μου ήταν καλός, αλλά προσπαθώντας να παντρέψει τη Γιαννούλα και την Τούλα, όπως λέγαμε εμείς τη Δήμητρα, γινόταν απότομος. Σχολείο πήγα, έβγαλα την πρώτη και μετά με πήρε ο πατέρας μου να φυλάω τα γίδια το καλοκαίρι. Φοβόμουνα τα φίδια, φοβόμουνα και τις γουστέρνες [σαύρες], έτσι συνέχεια πήγαινα πίσω από τους άλλους. Ήμουν και η μικρότερη, τέσσερα χρόνια.

Κάποτε ο νονός μου, που ήταν δάσκαλος στο χωριό μου, ήρθε και με πήρε και του λέει του πατέρα μου: «Άστο, κουμπάρε, το παιδί. Θα το πάρω εγώ, θα το σπουδάσω και θα το προικίσω. Κοίτα να παντρέψεις τις άλλες κόρες», του είπε. Ωραία. Και με πήρε ο νονός μου και πήγα στην Τρίπολη, όπου έκατσα πέντε-έξι μήνες, αλλά αρρώστησε η μάνα και ήρθε ο πατέρας να με πάρει. Και του λέει τότε ο νονός μου: «Άσε το κορίτσι, μην το παίρνεις. Θα το τακτοποιήσω εγώ. Μην ασχολείσαι με το παιδί», του λέει.

«Όχι», λέει, «θα την πάρω, να με βοηθήσει να πηγαίνει στα πρόβατα». Αυτό ήθελε ο πατέρας, δεν ήθελε άλλο. Αφού έφυγε η μάνα μας, με πήραν τα κλάματα, διότι έπαιζα με τα δικά τους παιδιά και μία θεία που τους μαγείρευε, γιατί και οι δύο δουλεύανε στο Υπουργείο, ήταν πολύ καλή μαζί μου.

Ευτυχώς, λίγο καιρό μετά, πήγα στη θεία μου στη Μεγαλόπολη, η οποία με έμαθε να ράβω και να επιδιορθώνω ρούχα.

Τελικά έφυγα από το χωριό μου, το Κουρουνιό, και ήρθα στο Περιστέρι. Πήγα να δουλέψω εκεί που εργαζόταν η ξαδέρφη μου, η Μιλίτσα, στου Στεργίου, που είχε μηχανές ρούχων σε ένα υπόγειο και έκοβε παντελόνια φασόν. Επειδή είχε έρθει εκείνη, πήγα κι εγώ να εργαστώ μαζί της, γιατί δεν ήθελα να φυλάω τα πρόβατα, ούτε άντεχα να μου συμπεριφέρεται σκληρά η μεγάλη αδελφή μου. Ήμουν τότε δώδεκα χρονών.

Στο Περιστέρι εργάστηκα πάνω από οκτώ χρόνια. Εκεί έμεινα λίγο καιρό και μετά πήγα και έμενα στον Χολαργό, μαζί με την οικογένεια Στεργίου, μέχρι που έγινα 22 χρονών και παντρεύτηκα τον Μήτσο Ασφή. Εμείς γνωριστήκαμε σε μια οικογενειακή επίσκεψη στο σπίτι του αδελφού του, Κώστα Ασφή, καθώς η γυναίκα του, η Σταυρούλα, ήταν αδελφή του Στεργίου όπου δούλευα και εγώ. Με είδε μια φορά τότε και του μπάνισα στο μάτι, φαίνεται, του μπήκα.

Μετά ερχόταν δήθεν να δει τη γυναίκα του αδελφού του, τη Σταυρούλα, στο εργοστάσιο και έστεκε δίπλα μου στη μηχανή. Μια μέρα του λέω κι εγώ: «Είμαστε τέσσερις κοπέλες εδώ κάτω. Αν κατέβει το αφεντικό, θα μου πει ότι μιλάω και χασομεράω».

«Εγώ δεν θέλω», μου έλεγε, «με άλλη να μιλήσω. Με σένα θέλω να μιλήσω».

«Καλά κάνεις εσύ», του λέω, «αλλά δεν θέλω εγώ».

Λοιπόν, φεύγει και μου λέει η γυναίκα του αφεντικού: «Πήγαινε να του ανοίξεις του Μήτσου, φεύγει». Και πάω να του ανοίξω εγώ. Και ο κύριος, εκεί που έφευγε, με βούτηξε και με φίλησε στο στόμα.

«Με τι δικαίωμα», του λέω, «με φίλησες;»

«Μη στεναχωριέσαι», μου λέει. «Χριστίνα, εγώ θα σε παντρευτώ. Δεν θα σε πάρει κανένας άλλος».

«Και τι, και ποιος είσαι εσύ;» του λέω. «Με ρώτησες εμένα αν σε θέλω;»

«Με θέλεις κι εσύ», μου λέει.

Αυτό ήταν όλο το πανηγύρι.

Παντρεύτηκα στον Άγιο Μελέτη και είχαν έρθει πολλά ξαδέρφια και ξαδέρφες από το σόι της μάνας μου, το Τριβέικο. Φόραγα ένα πολύ ωραίο νυφικό και έλεγαν τα ξαδέλφια μεταξύ τους για τις γυναίκες τους: «Μήτσο, βρήκες το καλύτερο κορίτσι, μας έφαγες λάχανο».

Λοιπόν, όταν ήρθα στον Άγιο Φανούριο μου άρεσε η περιοχή. Δεν μπορώ να πω, και στον Χολαργό που έμενα πριν με την οικογένεια Στεργίου ήταν τέλεια. Σωστά. Πρώτον, πέρασα καλά με τη γιαγιά Βασιλική, τη μάνα του Μήτσου. Είχα μια νέα μανούλα παρέα, αφού πέθανε η φυσική μου μητέρα, που ήταν και αυτή λεβέντισσα. Εδώ γέννησα ήρεμη και τα παιδιά μου, τον Γιάννη και την Γιώτα μου.

Μέναμε σε δύο καμαράκια, τα οποία κατασκεύασε ο ξάδελφος, και αυτός Μήτσος, που του έφτιαχνα κολατσιό κάθε μέρα, ενώ τριγύρω βόσκανε πρόβατα οι τσοπανίτες. Στο οικόπεδό μας είχαμε κουνέλια, κότες και μποστάνι, με μαρούλια, ντομάτες, για να τρεφόμαστε εμείς.

Είχα αγοράσει μια μηχανή ραψίματος με τις μικρο-οικονομίες μου, ποδοκίνητη, και δούλευα μικροεργασίες, ενώ ο Μήτσος μοίραζε γάλα. Ήταν πλανόδιος γαλατάς και έφτανε με τα πόδια ψηλά στον Άγιο Νικόλαο για να προμηθεύεται το γάλα. Στη συνέχεια, σε ένα ξύλο στον ώμο του πάνω, έβαζε δεξιά κι αριστερά τα μεταλλικά δοχεία και τα πήγαινε μαζί με το κουτί που έβαζε τα φρέσκα γιαούρτια. Του γύριζε η γλώσσα ανάποδα από την κούραση και τον ποδαρόδρομο, οπότε μια φορά…

Ο Μήτσος, νεαρός στα Νέα Λιόσια, δεκαετία ’50.

Ο Μήτσος, νεαρός στα Νέα Λιόσια, δεκαετία ’50.

……του λέω: «Ρε Μήτσο, αυτό με τα πόδια συνέχεια… Θα πιαστούν και τα χέρια σου και δεν θα μπορείς να συνεχίσεις. Πάρε ένα ποδήλατο», του λέω. Και πήρε ποδήλατο και το έκανε και τρίτροχο. Έβαλε τα δοχεία του και τα υπόλοιπα τζετζερέδια του στην καρότσα, τα γιαούρτια, και οδηγούσε μετά και πήγαινε άνετα. Κύριος.

Και ξέρεις τι μου είπε; «Χριστίνα μου, με έσωσες». Μου την λέγανε όμως και σε μένα: «Ήσουν τυχερή που βρήκες τέτοιον άνθρωπο».

Είχαμε και δοχεία, κάδους, που έφτιαχνε τα τυριά ο Μήτσος και εμένα μου κακοφαινότανε τότε που ήταν γαλατάς και το φώναζε στις γειτονιές.

Η περιοχή όλη ήταν χωράφια και βοσκοτόπια και έπρεπε να παίρνω το λεωφορείο 8, πιο κάτω από το μαγαζί του Κορκατζή [του Σπανού], για να ψωνίζω υφάσματα στην Αθήνα. Είχα μάθει τον δρόμο και πήγαινα συχνά στην αγορά, έμπαινα στο λεωφορείο και πήγαινα.

Αργότερα άφησε το γάλα και τις βόλτες ο Μήτσος και συνεργάστηκε με υπάλληλο του Στεργίου, που γνώριζε από πατρόν, και ανοίξανε μαγαζί ως έμποροι ετοίμων ενδυμάτων στο Μοναστηράκι, στην οδό Πρωτογένους.

Ο Μήτσος ήταν έξυπνος, καλός και δραστήριος. Ήθελε να προχωράει γρήγορα η δουλειά και στενοχωριόταν πολύ. Ένα βράδυ έσπασε η μύτη του από τη στεναχώρια, έβγαλε του κόσμου το αίμα. Και λέω: «Παναγία μου, σώσε να μη χάσω τον άντρα μου». Του λέω: «Μη στεναχωριέσαι, παιδί μου», ενώ η μάνα του, η Βασιλική, του έριχνε νερό συνέχεια. 

Και αποφασίζουμε με τον Μήτσο και κάνει το δικό του τσαρδί. Κάναμε εργαστήριο εδώ στα καμαράκια πρώτα, φέραμε και δύο κοπέλες από το χωριό και όλα ξεκίνησαν από εδώ. Αργότερα ανοίξαμε και δικό μας εμπορικό κατάστημα ρούχων στην οδό Αθηνάς.

Πρώτα ο Μήτσος έμενε κάτω στα Μουστρουφέικα, νότια στον Άγιο Φανούριο, και μετά έκτισε τα δωματιάκια επάνω εδώ, στην οδό Αίαντος, και έμενε με τη μητέρα του. Ήρθε εδώ για μια καλύτερη ζωή και παιδευόταν ο Μήτσος από εννέα χρονών, που έφερνε πρόβατα από τη Φωκίδα με τα πόδια στην Αθήνα. Ναι, εννέα χρονών ήρθε από τη Δάφνο Δωρίδος της Φωκίδας, από τα ορεινά Βαρδούσια.

Ερχότανε λοιπόν, έκανε δεν ξέρω κι εγώ πόσο, μήνα, δυο μήνες για να έρθουν στην Αθήνα με τα πόδια, μαζί με άλλους, για να πουλήσουν γίδια και πρόβατα στις αγορές.

Πολλές φορές αργότερα καθότανε μπροστά στο παράθυρο της κουζίνας μας, έβλεπε το βουνό της Πετρούπολης και μου έλεγε ότι από εκεί κατέβαινε μικρός και έφερνε τα γίδια κάτω, από την Πετρούπολη, για το Πάσχα. Και μάλιστα, όταν ήρθε και έμεινε στην Αθήνα, γιατί είχε έρθει με τον αδελφό του τον Κώστα τα πρώτα χρόνια, δούλεψε και σαν λούστρος.

Από όλες τις ραπτομηχανές, μόνο τη δικιά μου έχω κρατήσει. Τις άλλες τις έχει ο Γιάννης στο σπίτι του. Από εκεί, η μηχανή μου έβγαλε τα λεφτά. Δεν σηκωνόμουνα από τη δουλειά. Αυτές οι μηχανές πάντρεψαν και τέσσερες κοπέλες, που έμαθαν τη δουλειά και εργάζονταν εδώ ως βοηθοί. Θυμάμαι την Πηνελόπη και την Ουρανία από το χωριό. Θέλανε πολλές να δουλέψουν μαζί μου, αλλά εγώ τους έλεγα: «Δεν θέλω άλλα κορίτσια από το χωριό, αφού θα βρω εδώ στην Αθήνα».

Ήρθα εδώ 22 και τώρα είμαι 87. Δεν έχω κανένα παράπονο. Δεν παίρνω σύνταξη. Στου Στεργίου δεν σου βάζανε τίποτα, σαν παραδουλεύτρα πάλι τίποτε.

Τι να κάνουμε, έτσι είναι. Μένουν οι νέοι και παίρνουν δρόμο οι μεγάλοι. Η ζωή τα έχει αυτά όλα. Άρα δεν πειράζει. Εγώ καλά τα πήγα.

Χορηγός Ενότητας

Χώρος Διαφήμισης
300 × 250

Πληροφορίες Συνέντευξης

Θεματική Ενότητα

Καθημερινή ζωή & κοινωνικές σχέσεις

Χρονολόγιο

1940 - 1960

Πρόσωπα

Χριστίνα Τζάκα, Μήτσος Τζάκας

Τοποθεσία

Νέα Λιόσα, Ίλιον

Καταγραφή

Προφορική Ιστορία

Πηγή

Πρωτογενές υλικό

Σχετικές Συνεντεύξεις

Ανακάλυψε περισσότερες ιστορίες του Ιλίου

Πρόσωπα, μνήμες και μικρές ιστορίες που έφτιαξαν τη μεγάλη μας διαδρομή.

ΔΕΙΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ